Πάντα είμαι υπέρ της φιλοδοξίας στο entertainment μου. Είτε μιλάμε για μεγαλύτερα μπάτζετ, μεγαλόπνοες ιδέες ή περίεργες δημιουργικές ομάδες, η σκληρή κριτής μέσα μου θα κάνει στην άκρη μερικές από τις ενστάσεις της και θα πει μερικά παραπάνω «μπράβο» για την προσπάθεια και μόνο. Απ’ την άλλη, υπάρχουν και κάποιοι πολύ λιγότερο συγκαταβατικοί από μένα, κι έχουν και δίκιο: τι με νοιάζει εμένα η προσπάθεια, αν το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι άρτιο; Αυτή η αιώνια κουβέντα για τις καλοεκτελεσμένες συνταγές και τις φιλόδοξες αποτυχίες θα συνεχίσει να γίνεται όσο υπάρχει τέχνη, κοινό και κριτική, αλλά τα τελευταία χρόνια και στη σκηνή των anime δεν έγινε πιο παθιασμένα απ’ ό,τι για το πολύκροτο τηλεοπτικό “Flowers of Evil” (γνωστό και ως “Aku no Hana”, ο ίδιος τίτλος στα Ιαπωνικά). Τελικά αξίζει να μπουν αυτά τα λουλούδια στο συλλογικό μας ανθοδοχείο, ή να πούμε στο παιδί που τα έφερε να τα γυρίσει πίσω; (Ακολουθούν spoilers για τη σειρά στο κείμενο.)
Ο Takao Kasuga είναι ένας μέτριος μαθητής της Β’ Γυμνασίου σε μια κωμόπολη της Ιαπωνίας, και έχει εμμονή με τα «Άνθη του Κακού», την πιο γνωστή ποιητική συλλογή του Σαρλ Μπωντλαίρ, που ανακάλυψε πρόσφατα. Είναι όμως και τσιμπημένος με την αριστούχο της τάξης, Nanako Saeki, και δεν εννοεί να της το πει. Μια μέρα, όταν παρατηρεί πως το αντικείμενο του πόθου του ξέχασε τη φόρμα γυμναστικής της στο σχολείο κατά λάθος, ο Kasuga την παίρνει μαζί του, δημιουργώντας ένα μικρό σκάνδαλο την επομένη. Σαν να μην έφτανε αυτό, η ταραξίας του τμήματος, Sawa Nakamura, τον απειλεί πως θα αποκαλύψει το μυστικό του σε όλους αν δεν συνάψει συμφωνία μαζί της, βάζοντάς τον σε μια σειρά σαδιστικών και ντροπιαστικών δοκιμασιών. Το ένα γεγονός φέρνει το άλλο, και σύντομα ο Kasuga βρίσκεται πολύ πιο μπερδεμένος απ’ ό,τι νόμιζε…
Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς όταν βάζει να δει το πρώτο από τα δεκατρία επεισόδια των «Ανθέων του Κακού» είναι το ιδιοσυγκρασιακό του οπτικό στυλ, αποτέλεσμα της τεχνικής του rotoscoping. Η δημιουργική ομάδα πρώτα γύρισε τη σειρά σε βίντεο με πραγματικούς ηθοποιούς και στη συνέχεια ξαναζωγράφισε τις μορφές από πάνω. Το αποτέλεσμα προκάλεσε αίσθηση, καθώς διαφέρει σημαντικά τόσο από το σχέδιο του manga στο οποίο βασίζεται η σειρά αλλά και από το συμβατικό anime σκίτσο: οι χαρακτήρες μοιάζουν υπερβολικά με κανονικούς ανθρώπους, σε σημείο που χάνεις συναίσθηση του ότι βλέπεις ένα καρτούν και αναρωτιέσαι γιατί δεν γύρισαν τη σειρά κατευθείαν σαν dorama. Το μεγάλο πλεονέκτημα της τεχνικής, ωστόσο, είναι το ότι τα πάντα γίνονται πιο ψυχεδελικά, παρότι είναι πιο ρεαλιστικά. Οι μορφές είναι χαλαρές και παλλόμενες, σχεδόν υγρές, και όλα θυμίζουν κακό τριπάκι ουσιών (δεν είναι να απορεί κανείς που η πιο γνωστή ταινία που χρησιμοποίησε την τεχνική τα τελευταία δέκα χρόνια έχει για πρωταγωνιστή έναν εθισμένο αστυνομικό σε ένα δυστοπικό μέλλον γεμάτο ναρκωτικά). Ταυτοχρόνως, αν εξαιρέσει κανείς τις μακρινές λήψεις, όπου οι φάτσες των χαρακτήρων δεν φαίνονται λόγω της απόστασης (οι εκφράσεις δεν ξεχωρίζουν στο βίντεο για να σχεδιαστούν), η κάμερα ακολουθεί πρόσωπα και παρατηρεί αντιδράσεις, μικρές συσπάσεις και πιστευτές αντιδράσεις (αν και οι παραγωγοί πήραν ελευθερίες με τις εκφράσεις των προσώπων των ηρώων τους). Πάνε τα χαρακτηριστικά μεγάλα μάτια, οι τοσοδούλικες μυτούλες και τα τέλεια βγαλμένα φρύδια πολλών designs, αν και οι χαρακτήρες ακόμα έχουν ροδαλά μαγουλάκια και σπινθηροβόλα μάτια όποτε το καλούν οι περιστάσεις.
Η διαφορά γίνεται ακόμα πιο αντιληπτή όταν οι ζωγραφιές μπαίνουν σε κίνηση. Τα anime είναι γνωστά για το περιορισμένο τους animation, σαν αποτέλεσμα του υπερβολικού κόστους παραγωγής και της κληρονομιάς του Osamu Tezuka και του πρώτου τηλεοπτικού anime στην Ιστορία, του “Astro Boy” του 1963. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη λογική του rotoscoping. Αν παρατηρήσεις έναν άνθρωπο, θα δεις πως κάνει πολλές περιττές κινήσεις: παίζει με τα μαλλιά του, κουνάει τα χέρια του, μορφάζει στη μέση μιας πρότασης, κουνιέται στην καρέκλα του… Αυτές οι μικρές κινήσεις φαίνονται παραπανίσιες και κουραστικές στο animation, αλλά αποτυπώνονται με τρομαχτική ευκρίνεια στο rotoscoping και προκαλούν δυσφορία, σε σημείο που πολλοί παλιοί επαγγελματίες animators δεν το πρότειναν στους νεώτερους συναδέλφους τους. Το “Flowers of Evil” αγνοεί επιδεικτικά αυτήν την προειδοποίηση και ορμάει με τα μούτρα στο ψητό. Δεδομένου του ενδιαφέροντός του για ένα κοινωνικό περιβάλλον όπως το Γυμνάσιο, το ενδιαφέρον της σειράς και της τεχνικής για λεπτομερή παρατήρηση των μικρών χειρονομιών συμπίπτει, και παρότι το αποτέλεσμα θέλει λίγη προσαρμογή, μπορεί να ανταμείψει τον πιο υπομονετικό θεατή. Αδιόρατες σχεδόν κινήσεις όπως ένα νεύμα αποδοκιμασίας ή το αμήχανο παιχνίδι με τα δάχτυλα μεγεθύνονται, διαγράφοντας καθαρά τις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους. Όχι πως δεν υπάρχουν ατέλειες: όταν η σειρά δείχνει ένα ακίνητο πλάνο σε λεπτομέρεια (κάτι που θα ήταν τελείως φυσιολογικό σε ένα «κανονικά» γυρισμένο anime) και γυρίζει στο rotoscoping στην επόμενη λήψη η διαφορά είναι έντονη και τα στυλ δεν ταιριάζουν. Επιπλέον, πειράματα με την κουνημένη κάμερα και κάποια slow motion μερικές φορές δεν λειτουργούν, και οι κινήσεις των ηθοποιών φαίνονται εμφανώς σκηνοθετημένες. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις ανήκουν στη μειοψηφία. Οι όποιες ενστάσεις είναι κατανοητές, αλλά η ιδιαίτερα σκληρή επίθεση στην αισθητική της σειράς δεν δικαιολογείται.
Η μουσική του Hideyuki Fukasawa συνεισφέρει σε αυτή την ατμόσφαιρα απειλής, με μεγάλης διάρκειας, «πειραγμένα» ηλεκτρικά κομμάτια που προσεγγίζουν μέχρι και την dubstep σε οριακά σημεία. Πιο γνωστά όμως είναι τα μακρόσυρτα, οριακά ambient κομμάτια στο στυλ του Brian Eno, όπως αυτό που συνοδεύει μια σιωπηλή σκηνή οχτώ λεπτών στο όγδοο επεισόδιο. Το πρόβλημα με τη μουσική είναι το ό,τι μπορεί να καταλήξει βαρετή και επαναλαμβανόμενη, και τα κομμάτια να μην ξεχωρίζουν το ένα απ’ το άλλο. Το σάουντρακ είναι ομοιογενές, αλλά χωρίς εμφανείς εξάρσεις. Η μουσική κατορθώνει, ωστόσο, να είναι πετυχημένα τρομαχτική, ειδικά το κομμάτι τέλους “Hana -a last flower-" των ASA-CHANG & Junray, που τρυπώνει ύπουλα στο τέλος κάθε επεισοδίου, με την αλλόκοτη απαγγελία των πρώτων στίχων («Ένα λουλούδι άνθισε/Φοβόταν τον αέρα/Κανείς δεν το έχει δει») από πειραγμένες φωνές. Το μοναδικό πραγματικό μουσικό στραβοπάτημα είναι το θέμα της αρχής, “Aku no Hana” των Uchujin, που δεν έχει καμία σχέση ακουστικά με την υπόλοιπη σειρά και τρώει χρόνο, συνοδευόμενο από τελείως βαρετούς τίτλους αρχής που απλά αναφέρουν τα ονόματα των συντελεστών.
Η σκηνοθεσία της σειράς είναι τόσο επιθετική όσο και το οπτικό της στυλ. Φαινομενικά, μιλάμε για ένα απλό σχολικό δράμα, δουλεμένο σαν live action ταινία, αλλά οι συνειδητές αποφάσεις του σκηνοθέτη Hiroshi Nagahama (γνωστού από το “Mushishi”) προκαλούν το θεατή να σκέφτεται τη σειρά σαν τέτοιο και όχι σαν άλλο ένα σχολικό anime. Η σειρά είναι σκηνοθετημένη σαν μια arthouse ταινία που θα έβλεπες σε κάποιο μικρό σινεμά, και αυτό την κάνει αυτόματα απωθητική για μια μερίδα θεατών, αλλά μπορεί κανείς να βρει εξαιρετικές ιδέες μέσα της. Σε κάθε λήψη αντιλαμβάνεσαι πού ακριβώς βρίσκεται η κάμερα, και επεξεργάζεσαι αναλόγως τη λήψη: η διάθεση του Kasuga όποτε γυρίζει σπίτι και ανεβαίνει τις σκάλες στο δωμάτιό του, ας πούμε, υποδηλώνεται από τη διαφορετική πλανοθεσία. Τα επαναχρησιμοποιούμενα φόντα, γνωστό δεκανίκι της τηλεοπτικής παραγωγής anime, χρησιμοποιούνται εδώ συνειδητά, για να τονίσουν τον εγκλωβισμό των νεαρών πρωταγωνιστών τους στην επαρχιακή, βαρετή τους καθημερινότητα. Η διαδρομή από και προς το σχολείο φαίνεται πάνω από μία φορά, σε σημείο που ο θεατής μαθαίνει και αναγνωρίζει πια μοτίβα και λεπτομέρειες του τοπίου (Να η άθλια αφίσα για το πρόγραμμα αδυνατίσματος, να η σκουριασμένη επιγραφή “SONY”, να το παράπλευρο δρομάκι…) Τα λεπτομερή, νατουραλιστικά φόντα και η δουλειά στα χρώματα (επίπεδα για τους χαρακτήρες και σαφώς πιο βαθιά για τα φόντα) βοηθάει η κωμόπολη να μοιάζει με ένα πραγματικό μέρος και να εντείνει το ρεαλισμό. Ακολουθώντας τα παραπάνω, οι μοναδικές φορές που η σειρά ξεφεύγει από τον αυστηρό ρεαλισμό είναι στις φαντασιώσεις και τα γεμάτα συμβολισμούς όνειρα του Kasuga, όπως όταν το αγόρι ονειροπολεί κατά τη διάρκεια ενός τεστ στο πρώτο επεισόδιο και όλοι οι συμμαθητές του εξαφανίζονται σιγά-σιγά από την αίθουσα, αποκαλύπτοντας έναν πεντακάθαρο, γαλανό ουρανό. Όλη η σειρά είναι σκηνοθετημένη από την οπτική γωνία του πρωταγωνιστή της, και γι’ αυτό η σειρά μένει κοντά του, ακολουθώντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και αποδίδοντάς τα με τις αντίστοιχες γωνίες λήψης. Αλλά πόση αγάπη έχει πραγματικά ο Nagahama για τον πρωταγωνιστή του, όταν την ίδια στιγμή του ειρωνεύεται με οράματα όπως μια λευκοντυμένη, φτερωτή Saeki να χαμογελά καθώς αγγελάκια βγαλμένα από κιτς διαφήμιση πεταρίζουν γύρω της στο πέμπτο επεισόδιο;
Απ’ την άλλη, η ειρωνεία είναι κύριο χαρακτηριστικό τόσο της σειράς όσο και του πρωταγωνιστή της. Ο Kasuga βρίσκεται σ’ εκείνη την εύθραυστη ηλικία που τα παιδιά ξεκινούν να παίρνουν πολύ συνειδητές αποφάσεις για τον εαυτό τους, χτίζοντας την ταυτότητά τους σιγά-σιγά και υπερασπιζόμενοι με πάθος το κάθε της τουβλάκι. Στην περίπτωση του Kasuga, αυτά τα τουβλάκια είναι η ζόρικη σουρεαλιστική ποίηση (διαβάζει αποσπάσματα από τα «Άνθη του Κακού» στα πρώτα τέσσερα επεισόδια), γεγονός που (νιώθει πως) τον διαφοροποιεί από όλους τους υπόλοιπους κατοίκους. «Πόσοι άνθρωποι σε αυτήν την πόλη καταλαβαίνουν τον Μπωντλαίρ;» αναρωτιέται με απελπισία στο δεύτερο επεισόδιο, αλλά υπάρχει και μια υπεροψία στη συναναστροφή του με τους συμμαθητές του, λες και αυτός έχει ξεκλειδώσει ένα από τα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο συμβολισμός του λουλουδιού από το εξώφυλλο της κλασσικής πια πρώτης Ιαπωνικής έκδοσης των «Ανθέων του Κακού» που σηκώνει σιγά-σιγά το κεφάλι του υποδηλώνει την όλο και μεγαλύτερη περιφρόνηση του αγοριού για τον περίγυρό του. Η ίδια η σειρά είναι ακόμα πιο απροκάλυπτη στην δυσαρέσκειά της με τον περίγυρο του Kasuga: ακόμα κι αν το αγόρι δεν καταλαβαίνει τα λόγια του ποιητή, τουλάχιστον ενστερνίζεται και ασχολείται με έναν περιθωριακό καλλιτέχνη, που συγκρούστηκε με το κατεστημένο της εποχής του και προσέβαλε τους τακτοποιημένους αστούς. Οι συμμαθητές του Kasuga, με την αυστηρή όσο και ευμετάβλητη κοινωνική οργάνωση, την υποκριτική συμπεριφορά και τις δυναμικές βασισμένες στις εφήμερες συμμαχίες με τα δημοφιλή παιδιά του τμήματος είναι μια μικρογραφία της σαθρής κοινωνίας που τον περιμένει έξω. Είναι μια εμπειρία που όποιος έχει περάσει από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μπορεί να κατανοήσει και στην οποία να προσθέσει τις δικές του ιστορίες για αγρίους. Η σειρά είναι στα καλύτερά της όταν αναδεικνύει αυτές ακριβώς τις ισορροπίες και τις ξεμπροστιάζει με τη σάτιρα. «Τις προάλλες δεν με αγνοούσες;» ρωτάει ο Kasuga τον διπλανό του και περιστασιακό φίλο Yamada. «Έλα τώρα, αυτά έγιναν πριν αιώνες.» απαντάει το αγόρι, και ο Kasuga δεν το συνεχίζει.
Από τον όχλο αυτό ξεχωρίζουν μερικά πρόσωπα (μερικοί φίλοι του Kasuga που ξεχνιούνται γρήγορα), αλλά η πιο αξιομνημόνευτες είναι η Saeki και η Nakamura. Γλυκομίλητη, τρυφερή και με ενδιαφέρον για τους συμμαθητές της, η Saeki έχει προσαρμοστεί καλύτερα στον μικρόκοσμο της τάξης με το να είναι άριστη μαθήτρια και υπόδειγμα συμπεριφοράς. Οι αντιδράσεις και δεσμοί της είναι ικανοί να αλλάξουν τις ισορροπίες της τάξης: προσκαλεί τη Nakamura να φάνε μαζί και κάνει τον Kasuga αποδεκτό από την τάξη όταν τα φτιάχνουν. Όχι πως και η ίδια δεν είναι παγιδευμένη στη ρουτίνα της αριστούχου: «Συνήθως μελετάω» λέει στον Kasuga μια μέρα που οι δυο τους μιλάνε για τα ενδιαφέροντά τους. «Τέσσερις μέρες τη βδομάδα, έρχεται ένας δάσκαλος και μου κάνει μαθήματα. Επίσης, κάνω μαθήματα πιάνου και βγάζω βόλτα το σκύλο μου. Ειλικρινά, μερικές φορές εύχομαι να μπορούσα να διασκεδάζω πιο συχνά». Ακόμα όμως κι αν έχει ενστάσεις με το περιβάλλον της δεν τις εκδηλώνει. Είναι αυτό αρκετό για να την κάνει συνένοχο του «συστήματος» και άρα άλλη μία εκπρόσωπο της υποκριτικής κοινωνίας της οποίας είναι προϊόν; Για τη σειρά, μάλλον ναι.
Σαν αντίβαρο, το “Flowers of Evil” προτείνει την Nakamura: απρόβλεπτη, κυκλοθυμική και με αθυροστομία που προσεγγίζει επίπεδα James Rolfe (δοκίμασε να κατεβάζεις ένα σφηνάκι για κάθε φορά που λέει κάποιον «σκατόφατσα» ή τις παραλλαγές του), η Nakamura προκαλεί τον Kasuga σε ένα επικίνδυνο και ολοένα και κλιμακούμενο παιχνίδι πρόκλησης, βάζοντάς του άβολες δοκιμασίες προκειμένου να ρίξει την μάσκα του και να αποκαλυφθεί ως ο πραγματικός διεστραμμένος που η ίδια νομίζει ότι είναι (άλλη μια λέξη που επαναλαμβάνεται επικίνδυνα). Επί σειρά πέντε επεισοδίων τον εκβιάζει, τον απειλεί και τον κάνει να αισθάνεται άβολα, και η ανταλλαγή κρεσέντο ανάμεσα στους δύο καταλήγει επαναλαμβανόμενη και κουραστική. Δεν βοηθάει το ότι όλη η ιστορία ξεκινάει από μια ανόητη παρεξήγηση που ο Kasuga αρνείται πεισματικά να λύσει, όσο και το ότι η Nakamura καδράρεται με λεπτότητα εφάμιλλη ενός Μάικλ Μάιερς. (Είναι πολύ μεγάλος ο πειρασμός του να βλέπεις τη σειρά και να μην μουρμουράς το κλασσικό θέμα του “Halloween” από μέσα σου όποτε το κορίτσι προβάλει στις γωνίες του κάδρου ή παρακολουθεί τον Kasuga με αρπαχτικό ύφος.) Ήδη η ατμόσφαιρα των «Ανθέων του Κακού» ήταν ανησυχητική με τη χρήση του rotoscoping, αλλά μετά την εισαγωγή της Nakamura η σειρά περνάει στα χωράφια του ψυχολογικού θρίλερ, με την κοπέλα να λειτουργεί ως μόνιμη πηγή άγχους και αμηχανίας τόσο για τον πρωταγωνιστή όσο και για τον θεατή.
Όχι πως δεν έρχεται από ένα πραγματικό μέρος: το άγχος της, η μανία και η σεξοφοβία της (μιλάει για ένα «συναίσθημα που [την] ροκανίζει» και που «συσπάται στο κάτω μέρος του σώματός [της]», αλλά θεωρεί όλους τους συμμαθητές της ανώμαλους, ουρλιάζοντας πως «Το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι το σεξ!») είναι πράγματα που νιώθουν πολλά κορίτσια στην ηλικία της, αλλά αυτή επιλέγει να τα εξωτερικεύει με τον πιο βίαιο δυνατό τρόπο. Γιατί; Η σειρά δεν προσφέρει απαντήσεις, εκτός κι αν υπονοεί πως για την κατάστασή της οφείλεται το διαζύγιο των γονιών της (που την μετατρέπει σε ένα βλακώδες στερεότυπο) ή κάποια νοητική ασθένεια (που είναι απαράδεκτο και την εκμεταλλεύεται), αν κρίνουμε από το κακογραμμένο, σχεδόν παιδιάστικο ημερολόγιο που κρατά στο δωμάτιό της, ένα τετράδιο γεμάτο με βρισιές και βιαστικές σημειώσεις. Από τη μία, ένα κακό (;) οικογενειακό κλίμα (το μόνο που βλέπουμε είναι ο αμήχανος πατέρας της και η γιαγιά της, δύο άνθρωποι φαινομενικά συμπαθέστατοι, που όμως δεν αναπτύσσονται πέραν αυτού) ή μια ενδεχόμενη ασθένεια (για την οποία η σειρά δεν δίνει καμία εξήγηση και η υποφαινόμενη δεν θέλει να επεκταθεί περαιτέρω, επειδή δεν είναι ειδική) δεν είναι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για τόσο προβληματικές αντιδράσεις. Όλα τα παραπάνω δεν θα είχαν καν ιδιαίτερη σημασία αν η Nakamura παρέμενε ένας μπαμπούλας που τρομοκρατούσε τον Kasuga, αλλά από τη στιγμή που η σειρά αρχίζει να σπρώχνει εκβιαστικά τα κουμπιά του θεατή για να νιώσει άσχημα με την κατάστασή της, θα πρέπει να της δώσει και ένα πιο λογικό ψυχολογικό προφίλ, αλλιώς της αφαιρεί όλη τη δύναμη και την κάνει ένα (ακόμα) καημένο θύμα. Η Nakamura θα μπορούσε να είναι ο πιο βιωμένος και συναρπαστικός χαρακτήρας της σειράς, αλλά καταλήγει ο πιο ανεξήγητος, ταυτόχρονα το πιο ενδιαφέρον και το πιο προβληματικό στοιχείο της σειράς. Αντ’ αυτού, μετατρέπεται σε ένα σχεδόν εξωγήινο πλάσμα και λειτουργεί περισσότερο σαν ενσάρκωση ενός γοητευτικού, απόλυτου Κακού, παρά σαν το παγιδευμένο κορίτσι της διπλανής πόρτας. Και είναι και δύσκολο να ξεχάσεις και να συγχωρήσεις την κακομεταχείριση που υπέστη ο Kasuga στα χέρια της, πόσο μάλλον να την αποδεχτείς ως πιθανό love interest του.
Λες και η σειρά δεν είχε ήδη αρκετά καρπούζια κάτω απ’ τις μασχάλες της, η πλοκή της μπορεί να ιδωθεί και σαν διεστραμμένη ρομαντική κομεντί, όπου ένα αγόρι παλεύει ανάμεσα σε δύο κορίτσια. Όλη η ιστορία ξεκινάει από μια μεγάλη παρεξήγηση (μια κλεμμένη φόρμα γυμναστικής) και ο Kasuga συναντάει συνεχώς εμπόδια στο δρόμο του προς την καρδιά της γλυκιάς και τρυφερής Saeki που του βάζει η σκοτεινή και πιο σεξουαλική Nakamura. Το πρόβλημα είναι πως οι συμβάσεις του είδους και οι ευαισθησίες της σειράς ως ψυχολογικό θρίλερ δεν ταιριάζουν ακριβώς. Παρότι υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως οι πρώτες συναντήσεις του Kasuga με τη Saeki, όπου το καρδιοχτύπι του πρώτου ραντεβού αποδίδεται θαυμάσια, συνήθως η σειρά δεν τα καταφέρνει. Για παράδειγμα, η πρώτη συνάντηση του Kasuga και της Nakamura στη βιβλιοθήκη τελειώνει με το αγόρι να προσγειώνεται ατσούμπαλα (και μετά από χτύπημα της Nakamura) στο πλούσιο μπούστο της Saeki. Ναι, είναι ντροπιαστικό, αλλά έτσι όπως αντιμετωπίζεται από τον πρωταγωνιστή και τον σκηνοθέτη νομίζεις πως θα έρθει το τέλος του κόσμου στο επόμενο λεπτό. Ναι, είναι εξαιρετικά σημαντικό για τον Kasuga να μη γίνει ρεζίλι μπροστά στη Saeki, αλλά η παρουσίαση είναι σαν κακό ανέκδοτο και προκαλεί τον λάθος είδους εκνευρισμό: αυτόν με την βλακεία των χαρακτήρων. Παρομοίως, η βιβλιοθήκη είναι πάντα έρημη για να μπορούν η Nakamura και ο Kasuga να κάνουν και να λένε τα δικά τους. Κανένας δεν διαβάζει σ’ αυτό το σχολείο πια; Σε ελαφρώς διαφορετικό κλίμα, μια συνάντηση των χαρακτήρων στο δέκατο επεισόδιο καταλήγει σε ένα μεταφορικό και κυριολεκτικό ξεγύμνωμα. Το subtext είναι κατανοητό (χαρακτήρας απεκδύεται την ταυτότητά του), αλλά πιάνεις τον εαυτό σου να μουρμουρίζει «Παιδιά, ρίχτε κανένα ρουχαλάκι πάνω σας, θα πουντιάσετε.» Το “Flowers of Evil” θέλει να πει σημαντικά πράγματα, αλλά χρησιμοποιεί ένα υπερβολικά εφηβικό λεξιλόγιο και κακώς εννοούμενο μελόδραμα, χωρίς να καταλαβαίνει πως το κοινό της μπορεί να το πιάσει το νόημα και χωρίς αυτό.
Η σειρά έχει να πει περισσότερα και πιο ενδιαφέροντα πράγματα για την ενοχή και την κατασκευή της εφηβικής ταυτότητας. Η σεξουαλική αφύπνιση πάντα είναι μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος στη ζωή κάθε εφήβου, και η σειρά το αποδίδει στον πνιγερό και υποκριτικό περίγυρό του. Ίσως η Nakamura να ένιωθε καλύτερα και να μην είχε τόσο απότομα ξεσπάσματα εάν η οικογένειά της ήταν πιο κοντά της και έδειχνε μεγαλύτερη κατανόηση για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα. «Τα κορίτσια μπορούν να είναι δύσκολα…» λέει ο μπαμπάς της, όχι με κακία, αλλά με θλίψη, αμηχανία και απορία. Εξίσου σημαντική είναι και η κουλτούρα που τα παιδιά καταναλώνουν. Ο Kasuga, ας πούμε, θεωρεί πως ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία: διαβάζει την «σατανική» ποίηση του Μπωντλαίρ, αλλά ζητά από την Saeki να έχουν μια καθαρά πλατωνική σχέση, νιώθοντας άσχημα για τα σεξουαλικά συναισθήματα που νιώθει προς αυτήν. Τότε γιατί διαβάζει ποίηση ένα από τα πιο σημαντικά θέματα της οποίας είναι ο ερωτισμός; Ο Kasuga δεν καταλαβαίνει απολύτως αυτά που διαβάζει, αλλά, όπως παραδέχεται με δάκρυα στο δέκατο επεισόδιο, ενθουσιάστηκε με την ιδέα του να τα διαβάζει. Η ξιπασιά του είναι παράδειγμα μιας άλλης τυπικής αμυντικής συμπεριφοράς: πολλοί έφηβοι θέλουν να νιώθουν ανώτεροι από τους γύρω τους, κι ένας τρόπος είναι μέσω της εκσυζητημένης κουλτούρας. Με άλλα λόγια, ο Kasuga είναι χίπστερ, και μάλιστα χίπστερ που δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει. Είναι κι αυτό μέρος της ειρωνείας: ο Kasuga έχει αρπαχτεί από την ποίηση για να καθορίσει το ποιος είναι, αλλά συνειδητοποιεί πως οι μελοδραματικές του διακηρύξεις είναι χαζομάρες.
Μέχρι και τα πρώτα έξι επεισόδια, το “Flowers of Evil” ισορροπεί ανάμεσα στην σάτιρα, την ανάποδη ρομαντική κομεντί και το ψυχολογικό θρίλερ με όχι απαραίτητα τη μεγαλύτερη χάρη, αλλά από το έβδομο επεισόδιο κι έπειτα παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά στα σοβαρά και αρχίζει και αγκαλιάζει τις ενοχικές χαζομάρες που λένε οι πρωταγωνιστές της λες και είναι κανένα ιερό ευαγγέλιο. Το έβδομο επεισόδιο κορυφώνεται με την πιο γνωστή σκηνή της σειράς: ο Kasuga και η Nakamura, σε κατάσταση σχεδόν έκστασης, τα κάνουν όλα λίμπα στην άδεια σχολική αίθουσά τους, πετώντας μελανοδοχεία, γράφοντας χυδαιότητες στους τοίχους με τις κιμωλίες και αναποδογυρίζοντας θρανία σε slow motion. Η σκηνή είναι σεξουαλικά φορτισμένη. Η κάμερα προσηλώνεται στο κορμί της Nakamura και το επακόλουθο στην αρχή του όγδοου επεισοδίου να θυμίζει εκείνη την ασαφή αίσθηση οικειότητας και τρυφερής συνενοχής που μοιράζεται κανείς με το έτερον ήμισυ μετά την πρώτη επαφή. Τα παιδιά εκτονώθηκαν, έστω και προσωρινά, και μοιράστηκαν μια απελευθερωτική εμπειρία. Μετά από αυτό, η σειρά σταματά να τους ειρωνεύεται, και αντ’ αυτού δαιμονοποιεί τον οικογενειακό περίγυρο και την «καθώς πρέπει» τάξη πραγμάτων, παρότι αυτοί προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον Kasuga όπως μπορούν. Η Saeki την πληρώνει χειρότερα απ’ όλους, παρότι ακόμα νοιάζεται για τον Kasuga ενώ αυτός αδυνατεί να αποφασίσει. Αντιθέτως, η Nakamura πριμοδοτείται, επειδή είναι ειλικρινής και απέχει από την πουλημένη τάξη πραγμάτων. Όταν τελικά παίρνει την απόφασή του, το κοινό έχει πια πάψει να νοιάζεται. Η σειρά εξαίρει το σκοτάδι και το Κακό στηριζόμενοι στις άγουρες χαζομάρες που πιστεύουν οι πρωταγωνιστές της από στραβοκεφαλιά, και περιμένει και από τους θεατές να χειροκροτήσουν τις γενναίες αυτές ψυχές που τολμάνε να τα πούνε στο κατεστημένο. Γιατί προφανώς όλοι όσοι ζουν εκτός του περιθωρίου αξίζουν πετροβόλημα.
Αλλά ακόμα και αυτοί οι ανώριμοι προβληματισμοί της σειράς διακόπτονται απότομα με την έναρξη ενός καινούριου δραματικού τόξου που δεν πάει πουθενά. Μετά το δέκατο επεισόδιο, η Saeki μπαίνει όλο και λιγότερο στο επίκεντρο, και αντ’ αυτού ως πιθανό ταίρι του Kasuga προωθείται η Nakamura. Το πιθανό αυτό τόξο θα μπορούσε να εμβαθύνει στο ότι η Nakamura δεν έχει άλλο τρόπο επιβίωσης από το περιθώριο, και το πόσες θυσίες θέλει να κάνει ο Kasuga για να είναι μαζί της. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα καδράρει η σειρά δεν είναι διαυγής. Αντ' αυτού, η Nakamura είναι ένα κατακαημένο θύμα, ο Kasuga ένας λευκοντυμένος ιππότης και στη Saeki δεν δίνεται καν χρόνος. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά που φαίνεται μισοτελειωμένη. Σε μια κίνηση απελπισίας, το τελευταίο επεισόδιο λειτουργεί περισσότερο σαν recap, ανακυκλώνοντας υλικό από όλη τη σειρά και προσπαθώντας να το δει υπό ένα καινούριο πρίσμα, χωρίς αποτέλεσμα. Η σειρά τελειώνει με μια σειρά flash forward σε γεγονότα που δεν θα δούμε ποτέ και δεν βγάζουν νόημα παρά μόνο σε όσους έχουν διαβάσει το manga (όπου και η ιστορία συνεχίζεται μέχρι και τη συγγραφή αυτού του κειμένου). Είναι μια κίνηση απελπισίας, μια σχεδόν ντροπιαστική ικεσία για ένα sequel που δεν θα έρθει και σπατάλη τηλεοπτικού χρόνου.
Μερικές φορές παίρνεις την αποτυχία μιας ιστορίας πολύ προσωπικά, και τα «Άνθη του Κακού» είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση για μένα. Ήθελα να μου αρέσει η σειρά, πραγματικά το ήθελα. Στους τρεις κεντρικούς της χαρακτήρες είδα θραύσματα του ελάχιστα κολακευτικού, γεμάτου ελαττώματα γυμνασιακού και λυκειακού εαυτού μου. Ήμουν ο Kasuga, η σιωπηλή ψωνάρα που νόμιζε πως ήταν καλύτερη απ’ όλους τους άλλους επειδή είχε δει πέντε anime και τρεις ταινίες παραπάνω και είχε διαβάσει Κλοντ Λεβί-Στρος. Ήμουν η Saeki, το φυτουκλάκι με τους τέλειους βαθμούς και την γλυκανάλατη συμπεριφορά, με το φόβο της αποτυχίας πάντα πίσω στο κεφάλι του, περισσότερο άλογο κούρσας καθηγητών και λοιπών παρατρεχάμενων παρά άνθρωπος. Ήμουν η Nakamura, το ανήμερο θηρίο που ήθελε κατά βάθος να βάλει μπουρλότο στο σχολείο της αλλά φοβόταν να αναλάβει την ευθύνη και απομακρυνόταν όποτε τα κοριτσίστικα πηγαδάκια το γύριζαν στα αγόρια, αποκαλώντας τες «τσουλάκια» μέσα απ’ τα δόντια του. Δεν ήμουν και το πιο συμπαθητικό παιδί, και αυτοί οι τόσο προβληματικοί χαρακτήρες λειτουργούν σαν σύμβολα για εφηβείες παρόμοιες με τη δική μου. Τι κρίμα που η σειρά αρχίζει και αναλώνεται σε υπερβολές, φουσκωμένο μελόδραμα, αχρείαστες επαναλήψεις και σκηνοθετικά φτιασίδια. Ακόμα και με τα ελαττώματά του, θα το συνιστούσα στους πιο υπομονετικούς μόνο και μόνο για την ασυνήθιστη αισθητική του και τη νατουραλιστική απεικόνιση του σχολικού περιβάλλοντος που επιχειρεί. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα κλάσμα της σειράς, γιατί σαν σύνολο παραπαίει. Θεωρώντας το ούτε το αριστούργημα που εκθειάζουν οι οπαδοί του αλλά ούτε και το έκτρωμα που απεχθάνονται οι πολέμιοί του, η υποφαινόμενη βρίσκεται κάπου ανάμεσα, αν και κλίνει ελαφρώς προς τους φίλους της σειράς. Το "Flowers of Evil" είναι μια περίεργη, φιλόδοξη ανωμαλία, που όμως χαίρομαι που υπάρχει. Όχι πως είναι το instant classic που υποστηρίζουν διάφοροι: επαναλαμβάνεται, κουράζει και θεωρεί τον εαυτό του πολύ πιο έξυπνο απ’ ό,τι είναι πραγματικά. Αν θέλουμε να ψάξουμε το instant classic της άνοιξης του 2013, αυτό βρίσκεται αλλού…







0 comments: