Λίγα anime μου έχουν κάνει την καρδιά περιβόλι όπως μου την έχει κάνει
το “Tokyo Ghoul”.
Αρπάζοντας την ευκαιρία, ας κάνουμε μια αναδρομή όλης της σειράς και ας δούμε
το γιατί, με αφορμή την πρεμιέρα του τελευταίου επεισοδίου της δεύτερης σεζόν
με το περίεργο όνομα πριν μερικές βδομάδες. (Ακολουθούν spoilers για όλη
τη σειρά, προχωρήστε με δική σας ευθύνη.)
Η πρώτη σεζόν της σειράς (μεταφορά του manga με το ίδιο
όνομα, παίχτηκε το καλοκαίρι του 2014), κανονικά μια μεταφορά
δώδεκα επεισοδίων, μπορεί να απέβη επιτυχημένη και η σειρά να πήρε παράταση
ζωής με ένα δεύτερο σετ, αλλά τα πρώτα δώδεκα επεισόδια ήταν ένα μανιακό,
ξέφρενο τρενάκι που σε παίρνει και σε σηκώνει από μόνα τους με το πόσα πολλά
πράγματα συμβαίνουν. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Από το πουθενά και μετά
από το χειρότερο ραντεβού στην Ιστορία (ας πούμε πως η συνοδός του παίρνει
κάπως κυριολεκτικά την έκφραση «Είσαι τόσο γλυκούλης που θέλω να σε φάω!»), ο Kaneki μετατρέπεται σε ghoul, κάτι σαν κανίβαλο
βρικόλακα με έξτρα όργανα, χαρακτηριστικά κόκκινα μάτια και ανικανότητα να
χωνέψει οτιδήποτε άλλο εκτός από ανθρώπινο κρέας και καφέ, και ανήκει πια, έστω
και μισός, σε μια ομάδα υπερφυσικών όντων που δέχεται ανελέητο κυνηγητό από τις
αρχές και την ειδική αστυνομία της CCG, που δημιουργήθηκε ακριβώς για να τους αντιμετωπίσει.
Ευτυχώς, μια ομάδα πασιφιστών ghoul τον περιμαζεύουν στην βάση τους, το καφενείο Anteiku, που λειτουργεί σαν
τόπος συνάντησης των δύο ειδών, και προσπαθούν να τον βοηθήσουν να προσαρμοστεί
στην καινούρια του ζωή. Εκεί, ο πιτσιρικάς θα διαπιστώσει το μίσος, την πίκρα
και την καταπιεσμένη οργή που υπάρχει και στα δύο στρατόπεδα, και αποφασίζει να
λειτουργήσει σαν «γέφυρα» επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο ομάδες.
Ο Kaneki είναι ένα από τα πιο δυνατά ατού όλης της σειράς, ένας
σύνθετος όσο και γοητευτικός χαρακτήρας που όλο και εξελίσσεται κατά τη
διάρκεια της ιστορίας. Όπως και ο αγαπημένος του Γκρέγκορ Σάμσα, ο Kaneki μια
μέρα ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως δεν ανήκε πια στον κόσμο των ανθρώπων, και
αντ’ αυτού είναι ένας παρατηρητής (περισσότερα αηδιαστικά μαμούνια σε λίγο). Είναι
ντροπαλό, μοναχικό και συνεσταλμένο παιδί με έναν μόνο καλό φίλο, τον Hide, και έφεση στις τέχνες:
είναι φοιτητής Λογοτεχνίας, διαβάζει μανιωδώς και τα αγαπημένα του βιβλία
γίνονται τόσο γέφυρα σύνδεσής του με άλλα ghoul όσο και αφορμή για μπλεξίματα.
Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η συμμετοχή του στο θέατρο: «Είτε έπαιζε ένα
ρόλο είτε έβαζε μια μάσκα» λέει ο Hide αρκετά αργότερα σε μια κοινή τους φίλη, «πάντα έμοιαζε να
επιβαρύνεται με πράγματα ολομόναχος.» Είναι προφανές πως ο Kaneki έχει
ιδέες και θέλει να εκφράσει όσα έχει μέσα του και ψάχνει να βρει έναν τρόπο
εκτόνωσης. Ίσως και γι’ αυτό η μάσκα που
φοράει ως ghoul για να
προστατευτεί από την CCG,
μια α λα σαδομαζοχιστική φάτσα με ψεύτικα δόντια και μια καλύπτρα για το ένα
μάτι, του ταιριάζει τόσο απροσδόκητα πολύ τελικά.
Όλα τα παραπάνω ωραία και καλά, αλλά τότε γιατί η πρώτη
σεζόν τελείωσε με τον Kaneki να τα παίζει και να καταβροχθίζει τον βασανιστή του, έναν από τους κυρίως
κακούς της πρώτης σεζόν, ενδίδοντας στις χειρότερες επιρροές της ghoul πλευράς του; Κάτι κάπου πήγε στραβά.
Ή μήπως όχι; Ας είμαστε ειλικρινείς, το να περιμένεις από
ένα παιδί να λύσει τα προβλήματα ένταξης μιας ομάδας του περιθωρίου είναι πολύ
μεγάλο πράγμα, ειδικά όταν το ίδιο το παιδί έχει και το δικό του σετ
προβλημάτων να βάλει σε τάξη στο κεφάλι του (όπως όλα τα παιδιά, άλλωστε:
σκατένιο πράγμα η μετεφηβεία). Ο Kaneki βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι,
είτε αναλάβει να φέρει την ειρήνη ανάμεσα σε ανθρώπους και ghoul είτε όχι: προτιμά μια παθητική
ζωή, να υπομένει στωικά τις συμφορές, θεωρώντας πως το να υποφέρει ένας είναι
καλύτερο από το να υποφέρουν περισσότεροι σαν αποτέλεσμα των πράξεών του, ή μια
ενεργητική, να συμμετέχει εγωιστικά και να αρπάζει αυτό που θέλει; Και τα δύο
έχουν το δικό τους κόστος και τα πάλαι ποτέ αιμοδιψή ghoul του Anteiku το ξέρουν καλά, όπως βλέπουμε
σιγά-σιγά, αλλά ο φιλήσυχος Kaneki επιλέγει το δεύτερο στο τέλος της δεύτερης σεζόν. Δεν αντέχει
άλλο να υπομένει. Το εξαιρετικό, ψυχεδελικό δωδέκατο επεισόδιο, όπου ο Kaneki αναμετράται
νοητικά με τη Rize, το ghoul που
ζει ακόμα μέσα του, αποκαλύπτει το γιατί: το αγόρι μας είναι παιδί με μεγάλα
τραύματα από την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του, μετά το θάνατο του συζύγου
της, έπιασε δύο δουλειές για να μην στερηθεί τίποτα το παιδί, έκανε τις
δουλειές του σπιτιού, αλλά και έδινε χρήματα στην αδερφή της. Αυτό την ανάγκαζε
να περνάει όλο και λιγότερη ώρα με το αγόρι, μέχρι που τελικά πέθανε από υπερκόπωση.
«Μαμά… Γιατί με άφησες ολομόναχο; Μου έλειψες… Μισώ να είμαι μόνος μου… Μακάρι…
Μακάρι να είχες διαλέξει εμένα… Εύχομαι να είχες ζήσει… για μένα!» ουρλιάζει
τελικά με αναφιλητά ο Kaneki, και η φωνή του Natsuki Hanae (έτσι κι αλλιώς
εξαιρετικός στο ρόλο, πρώτος ανάμεσα σε ένα θαυμάσιο καστ χωρίς αδύναμους κρίκους) ραγίζει και σπάει. Μαζί κι η καρδιά σου. Αυτή η
φιλοσοφική σύγκρουση ανάμεσα σε μια ζωή δράσης και μια πιο παθητική ύπαρξη
βρίσκεται στον πυρήνα της σειράς, και επηρεάζει όλους τους παίκτες της.
Ο ίδιος ο κόσμος του Tokyo Ghoul είναι ανελέητος: πριν
ακόμα το φινάλε του πρώτου arc,
η σειρά θυμίζει συνεχώς πως κανένας δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «καλός» ή
«κακός», μόνο με βάση του τι έχει γεννηθεί. Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις του γκρι,
τόσο ανάμεσα στους ανθρώπους, όσο και στα ghoul του πολυπληθούς καστ. Έχουμε ανθρώπους όπως ο Kureo Mado, ένας σαδιστής
επιθεωρητής της CCG που θεωρεί τα ghoul κατώτερα όντα («Είναι τόσο αστείο το
να βλέπω εσάς τα ghoul να μιμείστε την ανθρώπινη συμπεριφορά .»), τον Amon, τον διστακτικότερο
βοηθό του που προσπαθεί να καταλάβει την άλλη πλευρά αλλά και να ακολουθήσει
σταθερά τα βήματα του δασκάλου του, και τέλος τον Hide, τον αξιαγάπητο κολλητό του Kaneki που
δεν αναμειγνύεται στη σύγκρουση των ειδών αλλά προσέχει από μακριά τον φίλο του.
Έχουμε ghoul όπως ο Shou,
έναν ηδονιστή που δεν έχει ιδιαίτερα ταμπού με το να κανιβαλίζει το είδους του
(ίσα ίσα, τα γουστάρει κάτι τέτοια, ο γελοίος) αλλά και είναι λάτρης των καλών
τεχνών, την Touka, τη
σκληροπετσωμένη και οργισμένη κολλητή του Kaneki που πιστεύει στο «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», αλλά και τη Hinami, την γλυκύτατη ζουζούνα που θέλει μόνο να μάθει να γράφει
και να διαβάζει. Και όλοι αυτοί είναι πολύπλευροι, με αδυναμίες, έχθρες, δεσμούς
με οικογένειες και φίλους, στιγμές αδυναμίας και αιτιολογίες πίσω από τις
πράξεις τους. Ούτε σταματούν να εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της σειράς: ο Tsukiyama, ας πούμε, πρωτοσυστήνεται
σαν villain, αλλά στο
τέλος της πρώτης σεζόν συνεργάζεται με την ομάδα του Anteiku, έστω και με επιφυλάξεις (δικές
τους, όχι δικές του).
Κι όλα αυτά είναι δομημένα με μια όρεξη και δύναμη που
σπάνια βλέπουμε στα anime,
ένα μέσο που ήδη γοητεύεται από τις συναισθηματικά φορτισμένες ιστορίες, χάρη
στον ικανότατο σκηνοθέτης της σειράς, Shuhei Morita. Εξαιρετικά σημαντικό είναι
το ότι ο Morita έχει
εξαιρετικό μάτι και ξέρει να διαχειρίζεται το (μικρό) μπάτζετ που διέθεσε το Studio Pierrot, σώζοντας το για τα
«σημαντικά» επεισόδια (πρεμιέρα, μάχες, φινάλε). Σαν αποτέλεσμα, οι σκηνές
δράσης (όπως η αναμέτρηση της Touka με τον Kureo)
έχουν ένα επιπλέον βάρος και ενέργεια και οι καθημερινές σκηνές σώζονται με
ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία και καδραρίσματα και ωραία μουσική υπόκρουση, που δεν
καλεί ιδιαίτερη προσοχή στον εαυτό της. Τα δε χρώματα είναι συνήθως φιλόξενα
και ζεστά για το Anteiku και πιο ξεπλυμένα για τα εξωτερικά της πόλης, με τα ghoul να
φορούν στρατηγικά πιο φανταχτερά χρώματα για να ξεχωρίζουν από τους πράκτορες
της CCG που ντύνονται στα λευκά, μπεζ ή γκρι. Αλλά μέχρι και στις πιο παρακμιακές γωνιές της πόλης, ο σκηνοθέτης βρίσκει ενδιαφέρουσες γωνιές, κυρίως χάρη στην εξαιρετική δουλειά στα χρώματα, που πάντα ντύνουν ατμοσφαιρικά τις σκηνές.
Ακόμα, όμως και όταν οι χαρακτήρες βγαίνουν off-model, ο καλογραμμένος διάλογος και ο
πλούτος ενός ήδη θαυμάσιου πρώτου υλικού σε χαρακτήρες και θεματικές (η
καλλιτεχνική εξέλιξη του mangaka Sui Ishida είναι
αντικείμενο άλλου κειμένου, αλλά οι πρώτοι τόμοι με τους επόμενους είναι η μέρα
με τη νύχτα) κάνουν τη δουλειά. Δες, ας πούμε, πόσα πολλά λέει η σειρά μέσα από
το πώς επικοινωνούν οι χαρακτήρες μέσω του τι φαγητού τρώνε. Το φαγητό
διαφοροποιεί τα ghoul από τους ανθρώπους, αλλά το καφενείο Anteiku και οι
φιλειρηνικοί του διαχειριστές προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με τους ανθρώπους
χάρη στο ένα πράγμα που τους ενώνει: τον καφέ. Οι κόκκοι του χρησιμοποιούνται
από τον γέρο ιδιοκτήτη σαν μεταφορά για τους ανθρώπους και τα ghoul: «Μόνο επειδή οι κόκκοι είναι
ακριβοί δεν σημαίνει πως ο καφές θα βγει το ίδιο καλός. […] Μέχρι και οι φτηνοί
κόκκοι μπορούν να έχουν γεύση αν τους ετοιμάσεις με φροντίδα για να αναδείξεις
τις μοναδικές τους ποιότητες.». Την ίδια στιγμή, τα ghoul του Anteiku προσπαθούν
όσο μπορούν να τρέφονται με πτώματα (ψάχνουν να βρουν αυτόχειρες έξω από την
πόλη, για παράδειγμα) και μοιράζουν το κρέας τους σε όσους δεν μπορούν ή
αρνούνται να κυνηγήσουν: γίνονται, με άλλα λόγια, αποικοδομητές της κοινωνίας,
η χαμηλότερη βαθμίδα της τροφικής αλυσίδας αλλά και η λιγότερο γοητευτική
κοινωνική θέση.
Την ίδια στιγμή, το φαγητό για τους ανθρώπους είναι τρόπος επικοινωνίας
σε πολλά επίπεδα και τα ghoul υιοθετούν
αντίστοιχες συμπεριφορές ή προσπαθούν να προσαρμοστούν. Το φαγητό μπορεί να
δηλώσει φιλική αγάπη (η κολλητή της Touka στο σχολείο την ταΐζει συχνά με
φαγητό απ’ τα χεράκια της, και η Touka προσπαθεί να μην το βγάλει),
κοινωνική ανωτερότητα (ο Nishiki,
φοιτητής στο ίδιο πανεπιστήμιο με τον Kaneki σε μεγαλύτερο έτος, τον δοκιμάζει
με τον να τον κεράσει μετά το μάθημα, όπως είθισται) και κόμπλεξ (ο Shou
ονομάζεται Gourmet λόγω των εκλεκτικών
του ορέξεων καθώς προσπαθεί να μοιάσει στους ανθρώπους), να γίνει αφορμή για εκμυστηρεύσεις (οι
υπάλληλοι της CCG
γνωρίζονται όταν βγαίνουν μαζί για βραδινό, και ένα συγκεκριμένο πιάτο
συνδέεται με έναν νεκρό χαρακτήρα, του οποίου τη θέση θέλει να πάρει ο Amon)… Και ας μην ξεχνάμε το
γνωστό γνωμικό: «είσαι ό,τι τρως». Τι σημαίνει αυτό για τους ανθρωποφάγους μας πρωταγωνιστές
και την εσωτερική σύγκρουση του Kaneki που θεωρεί τον εαυτό του τέρας για το
ό,τι αναγκάζεται να τρώει ανθρώπινο κρέας;
Αυτή η πλευρά της ιστορίας είναι και που μπορεί να ξενίσει
μια μερίδα θεατών και να τους απομακρύνει από τις ιδέες στο κέντρο της, κυρίως
λόγω της γλαφυρής, gory
εικονογράφησής της. Βρισκόμαστε σε μια μετά-“Attack on Titan” περίοδο στα anime και τα όρια στο βίαιο περιεχόμενο φαίνεται να χαλαρώνουν, και
παρότι η σειρά αναγκάστηκε να παιχτεί black-boxed στην τηλεόραση (με μαύρες σκιές να καλύπτουν τα αίματα και
τις πιο αηδιαστικές πληγές), μπορεί πια κανείς να τη βρει στην πλήρη της μορφή.
Το σημαντικό είναι πως η κάμερα δεν ντρέπεται τα πιο αηδιαστικά θεάματα, και οι
πιο ευαίσθητοι θεατές ίσως να απωθηθούν από τις trashy καταβολές
τις σειράς. Μέχρι και το premise θυμίζει τριτοκλασάτη ταινία επιστημονικής φαντασίας:
μεταμόσχευση οργάνων μετατρέπει φυσιολογικό παιδί σε τέρας! Απ’ την άλλη, όσοι
γοητεύονται από την μακάβρια θεματολογία μπορούν να πλησιάσουν άφοβα. Παρότι
δεν φτάνει σε επίπεδα βίας τις παλιές (καλές;) δόξες των OVA του ‘90, το “Tokyo Ghoul” περιέχει αρκετό αίμα
για τους αιμοδιψείς. Αν και η (με διαφορά) πιο αηδιαστική σκηνή του αφήνει τα
πάντα στη φαντασία και ρίχνει το βάρος στον ήχο για να σε φρικάρει…
Μιλώντας για τον ήχο, η μουσική της σειράς είναι προσεγμένη,
ένας σχετικά αναμενόμενος συνδυασμός ηλεκτρονικής μουσικής και συμφωνικού σκορ
(και ειδικά το "Yutaka Yamada" είναι θαυμάσιο), αν και το πιο σημαντικό κομμάτι
της είναι με διαφορά το θέμα της αρχής. Συνοδεύοντας τους μινιμαλιστικούς όσο
και περιγραφικούς τίτλους αρχής, με τους χαρακτήρες να συστήνονται γρήγορα και
την μοίρα του Kaneki να προοικονομείται με συμβολισμούς, το “unravel” των TK είναι παράδοξα ταιριαστό
στη σειρά. Με την ψιθυριστή εισαγωγή, το screamo ξέσπασμα στη μέση και την ηρεμία
του τέλους να αντανακλούν το φάσμα συναισθημάτων του πρωταγωνιστή, μουσικά
είναι προσεγμένη J-Rock, αλλά είναι οι στίχοι
του, που περιγράφουν με τρομερή σαφήνεια την εσωτερική του σύγκρουση («Είμαι
σπασμένος, τόσο σπασμένος σ’ αυτόν τον κόσμο/ Μα εσύ γελάς, δεν βλέπεις τίποτα»
), που πραγματικά δίνουν το στίγμα τους. Το τραγούδι, σημαδιακά, παίζεται σε
καίρια σημεία των φινάλε και των δύο σεζόν, και οι τίτλοι αρχής ήδη διεκδικούν
τον τίτλο των μοντέρνων κλασσικών χάρη σ’ αυτούς, αν τουλάχιστον κρίνω από την
ενθουσιώδη Ιντερνετική τους ανταπόκριση.
Κάπου εδώ, όμως, εμφανίζεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της
σειράς: η ιστορία τρέχει με χίλια, και έτσι όπως καταπίνει αποκαλύψεις, τουίστ
και νέους χαρακτήρες σαν τρελή, στραβοπατάει. Ο ρυθμός είναι ίσως υπερβολικά
γρήγορος, και τα επιμέρους arcs δεν κρατάνε πάνω από τέσσερα επεισόδια το καθένα. Τέτοια
πυκνότητα γεγονότων, διαλόγων και συμβάντων (το exposition γίνεται
κατά κύριο λόγο από τις τηλεοράσεις, και καλή τύχη να πιάνεις τους υπότιτλους
δύο παράλληλων συζητήσεων!) σπάνια βλέπεις σε anime. Δεν ξέρω τι οδήγησε τον Chuji Mikasano να
συμπυκνώσει τόσο πολύ το αντίστοιχο manga, αν και είμαι σίγουρη πως το μεγάλο του μέγεθος
(δεκατέσσερις τόμοι) και το μικρό περιθώριο της μεταφοράς έπαιξαν σημαντικό
ρόλο στην απόφασή του. Σαν αποτέλεσμα, δραματικά τόξα συμπυκνώνονται σε μερικά
επεισόδια και μάχες ολόκληρες σε μερικές καλοεκτελεσμένες σκηνές δράσης. Αυτό
μπορεί να ξενίσει μερικούς θεατές, αν και έχει το πλεονέκτημα του να δίνει
επιπλέον δύναμη στα πιο συναισθηματικά κομμάτια της ιστορίας: ιστορίες που θα
μπορούσαν να χωρέσουν σε ολόκληρα επεισόδια-flashback συμπτύσσονται σε μερικές
σημαντικές σφήνες, και η ταχύτητα και συχνότητα με την οποία χτυπάνε το θεατή
τα κάνει αποτελεσματικά συναισθηματικά σοκ. Το δε μοντάζ φροντίζει να τις κόβει
σωστά σε σχέση με τα γεγονότα του παρόντος, χωρίς να τα κάνει τα «βαραίνουν». Πάρε,
ας πούμε, το τέταρτο επεισόδιο της σειράς, όπου ο Kaneki και η
παρέα του προσπαθούν να σώσουν την Kimi, την κοπέλα του Nishiki. Όλη η ζωή του περνάει μπροστά από το θεατή καθώς
πολεμάνε τον «κακό» Shou:
η παιδική του ηλικία και η αγαπημένη του μεγάλη αδερφή, ο θάνατός της και η
πικρία του, η τυχαία του γνωριμία με την Kimi, η αποκάλυψη της πραγματικής φύσης του Nishiki και η
αποδοχή της. Μια ζωή, λίγο πολύ, με τα πάνω και τα κάτω της, που αν την έβλεπε
κανείς μεμονωμένη ενδεχομένως και να την έλεγε μελοδραματική και κλισέ, αλλά
είναι η απλότητα και η συχνότητα με την οποία σε χτυπάει και το πώς
αντιπαραβάλλεται με την απελπισμένη μάχη που την κάνει εμπειρία που κόβει την
ανάσα. Το πρόβλημα σε όλα αυτά, ωστόσο, είναι το πώς δυνητικά ενδιαφέρουσες
υποπλοκές και δευτεραγωνιστές δεν πολυαναπτύσονται ή κάνουν μόνο cameo εμφανίσεις
(και αν κρίνω από τους αναγνώστες του manga, έκοψαν πολλά για χάριν συντομίας), σε σημείο που ίσως δυσκολέψουν
και κάποιον που θέλει να διεισδύσει και στις δικές τους ιστορίες.
Απ’ την άλλη, βέβαια, με αυτό τον τρόπο φεύγει όλη η σάλτσα
και μένει η ουσία της ιστορίας, που διασώζεται στη μεταφορά: κατατρεγμένη μα
επικίνδυνη μειονότητα εναντίον δικαιολογημένης μα ανελαστικής επίσημης αρχής,
σημειώσατε χι. Και είναι ένα από τα πιο οδυνηρά χι στην Ιστορία αυτό το
παιχνίδι. Αν έπρεπε να διαλέξω τη θεματική που βρίσκεται στην καρδιά του “Tokyo Ghoul”, αυτή είναι οι
επιπτώσεις της κοινωνικής βίας σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες χαρακτήρων, και
έρχεται πραγματικά στην επιφάνεια στη δεύτερη σεζόν δώδεκα επεισοδίων, που
παίχτηκε το χειμώνα του 2015 με τον τίτλο “Tokyo Ghoul Root of A”, όπου
παρακολουθούμε στενά και τα μέλη της CCG μαζί με τα ghoul του Anteiku,
καθώς το καστ αυξάνεται και ο καμβάς της σειράς εξαπλώνεται. Το πρόβλημα του
πολυπληθούς καστ παραμένει μέχρις ενός βαθμού, αλλά μπαίνει σε ένα ευρύτερο
πλαίσιο: να ένας χρόνος από τη ζωή δύο αντιμαχόμενων ομάδων και το πώς
συγκρούστηκαν και ηττήθηκαν παταγωδώς αμφότερες.
Πέραν του ότι αναπτύσσονται χαρακτήρες που έκαναν ουσιαστικά
μονάχα cameo εμφανίσεις την πρώτη σεζόν, είναι το ισότιμο μοίρασμα ανάμεσα σε
ανθρώπους και ghoul που κάνει τη διαφορά στη δεύτερη σεζόν. Είναι πολύ εύκολο να μισείς τους
«κακούς» κομπάρσους που σφάζονται σωρηδόν σε κάθε μάχη anime από τους «καλούς».
Για δοκίμασε να το κάνεις όταν τους βλέπεις να γυρνάνε σπίτι μετά από κακό
μεθύσι, να ξεκουράζονται ζωγραφίζοντας ή να πατάνε τα κλάματα αφότου υπογράψουν
τη διαθήκη τους και τη σβήσουν γράφοντας «Δεν θέλω να πεθάνω» από πάνω. Η
θεματική της απουσίας ενός ξεκάθαρου Καλού και Κακού υπήρχε ήδη από την πρώτη
σεζόν, αλλά εδώ πάει ένα βήμα παρακάτω: με το να βλέπει κανείς σε βάθος τόσο
την καθημερινή και οικογενειακή ζωή των αστυνομικών όσο και το παρελθόν τους
(κυρίως σε flashback-σφήνες),
κατανοεί καλύτερα το πλαίσιο του πώς κατέληξαν να είναι όπως είναι αυτοί οι
χαρακτήρες, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τους συγχωρήσει για τις πράξεις
τους. Για παράδειγμα, ο Kureo Mado,
ένας από τους μεγάλους «κακούς» της πρώτης σεζόν, έγινε ο γερο-παράξενος της CCG και ο αδίστακτος
επιθεωρητής που βλέπουμε στην αρχή της σειράς αφότου ένα εξαιρετικά βίαιο ghoul σκότωσε
την πολυαγαπημένη του σύζυγο και συνάδελφο κατά τη διάρκεια μιας αποστολής πριν
τα γεγονότα της σειράς, και από τότε ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση. Χρόνια
αργότερα η κόρη τους, η Akira,
ακολούθησε το παράδειγμα του πατέρα της και μπήκε στην CCG για να τον βοηθήσει και να τον ξεκουράσει,
αφού την μεγάλωσε μόνος του για τόσα χρόνια. Αυτό δεν συγχωρεί τους φόνους των
γονιών της Hinami που
διέπραξε ο Kureo στην
πρώτη σεζόν, αλλά βοηθάει να γίνει ένας πιο πλήρης χαρακτήρας, ακόμα και μετά
θάνατον. Τον φανταζόσουν εσύ στο ρόλου του αφοσιωμένου πατέρα; Ούτε κι εγώ.
Και κυρίως, βλέπει κανείς πόσο μόνοι είναι όλοι αυτοί οι
χαρακτήρες. Τα ghoul έχουν μόνο το ένα το άλλο να στραφούν, με εξαίρεση μερικούς
πολύ καλούς φίλους και ερωτικούς συντρόφους, γιατί αν αποκαλυφθούν ξέρουν πως
θα καταλήξουν στη φυλακή ή νεκρά. Οι δε αστυνομικοί της CCG είναι τόσο
αφοσιωμένοι στην αποστολή τους που δεν μπορούν να συνάψουν σχέσεις έξω από αυτό
το πλαίσιο. Ένα εξτρίμ παράδειγμα είναι ο Juuzou, ένα παιδί που μεγάλωσε ανάμεσα σε αιμοδιψή ghoul και
έχει μια ιδιαιτέρως διεστραμμένη αντίληψη των κοινωνικών συμπεριφορών και
συμβάσεων, και τώρα έχει βρει μια κάποια ηρεμία και μια πατρική φιγούρα στο
πλευρό του ανώτερού του, Shinohara,
που τον προσέχει σαν κηδεμόνας. Υπό μία έννοια, οι πιο πραγματικές σχέσεις που έχουν
οι χαρακτήρες είναι αυτές με τους αντιπάλους τους, και αυτό φαίνεται στις
διάφορες εντυπωσιακές μάχες της δεύτερης σεζόν, με παλιούς εχθρούς να
συναντιούνται και να ανταλλάσσουν βρισίδια και απειλές.
Από άποψη ύφους, η δεύτερη σεζόν είναι πιο συγκροτημένη και
ψύχραιμη από την πρώτη, και αυτό κάνει αυτές τις σφήνες δράματος ακόμα πιο
αποτελεσματικές. Υπό μία έννοια, όλο το «Ρίζα του Άλφα» είναι ανάσες ανάμεσα σε
αιματηρές συγκρούσεις, και δεν ξέρεις κάθε φορά τι είναι πιο δυσβάσταχτο από το
άλλο: η αναμονή ή η αναμπουμπούλα της μάχης; Η σκηνοθεσία βοηθάει τα μέγιστα
στην ατμόσφαιρα αυτή, με την εικονογράφηση του εκτεταμένου καστ να είναι πιο
προσεγμένη και με γενικά μεγαλύτερο μπάτζετ. Τα χρώματα είναι μουντά, τα φώτα
δεν κολακεύουν τα βαρετά γραφεία της CCG και την ανάστατη πόλη και μέχρι και το χαρωπό Anteiku είναι
πιο κλειστοφοβικό πια. Η κάμερα μένει κοντά στους χαρακτήρες, καταγράφοντας όσο
πιο μικρές συσπάσεις του προσώπου μπορεί –μία σημαδιακή ατάκα εδώ, μία λάθος
πρόταση εκεί... Και η δουλειά στον ήχο, με τις σιωπές και τις παύσεις ανάμεσα
στις ατάκες να είναι πιο έντονες από ποτέ, είναι εξαιρετική. Η μουσική, επίσης,
μένει διακριτικά στο βάθος για τις διαλογικές σκηνές, και μπαίνει με φόρα στις
συγκρούσεις. Το δε insert song
“Glassy Sky”
της Donna Burke έρχεται ακριβώς τις στιγμές που πρέπει για να σου θολώσει τα
μάτια, και ειδική μνεία αξίζει και το δεύτερο opening, “ Munou” των österreich, που παρότι πιο χαμηλών τόνων
και λιγότερο κλασσικό σε σύγκριση με το πρώτο, είναι διεστραμμένα ταιριαστό και
ιδιαίτερο, με το λίγο animation,
τα χρώματα νερομπογιές και τους σκιαχτικούς στίχους να δημιουργούν ένα
αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα. Είναι λες και όλη η πόλη κρατάει την ανάσα της, να
δει πότε η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα σε ghoul και ανθρώπους θα γίνει θρύψαλα.
Όλα τα παραπάνω κάνουν τα τελευταία τρία επεισόδια του “Tokyo Ghoul Root of A” απερίγραπτα δύσκολη
στην παρακολούθηση τηλεόραση, όταν τελικά η CCG επιτίθεται ανοιχτά στην κοινότητα του Anteiku και ξεσπά μια αιματηρή
μάχη που κρατάει τέσσερα επεισόδια. Χαρακτήρες τόσο από την CCG όσο και από την ομάδα
του καφενείου ξεκληρίζονται δεξιά κι αριστερά αδιακρίτως. Το αίμα ρέει σαν
ποτάμι και για τις δύο πλευρές. Η μία μικρή νίκη του ενός σημαίνει την τεράστια
ήττα του άλλου. Τα σβέλτα flashback σκιαγραφούν τους
χαρακτήρες με μερικές στρατηγικές ατάκες και η ήττα τους στο παρόν σε κάνει
κουρέλι. Τέτοια απαισιοδοξία δεν την περίμενα από τη σειρά. Ναι, την ήττα την
περίμενα. Όχι όμως τόσο ολοκληρωτική. Όλη η ιστορία του “Tokyo Ghoul” είναι στην
πραγματικότητα μια αλυσίδα από βίαιες αναμετρήσεις που εκτείνεται από το
παρελθόν ως το μέλλον, αποφέρει καρπούς μίσους για την επόμενη γενιά (που με τη
σειρά της ανταποδίδει το χτύπημα) και δεν σταματά με τους πρωταγωνιστές μας.
Ίσα-ίσα, μια μονομαχία ανάμεσα σε ένα τρομαχτικό μονόφθαλμο ghoul και τον προαναφερθέντα Juuzou θυμίζει περισσότερο
μονομαχία τεράτων και δείχνει πως η αντιπαλότητα θα διαιωνιστεί και στις
επόμενες γενιές.
Η βία λειτουργεί σαν σαράκι που κατατρώει τόσο τους
κυνηγημένους όσο και τους κυνηγούς, και δεν υπάρχει πιο προφανές παράδειγμα από
τον πρωταγωνιστή μας. Από το φινάλε της πρώτης σεζόν κι έπειτα, ο Kaneki δεν
είναι ο ίδιος, και δεν μιλάω μόνο για το κουλ καινούριο λουκ με το λευκό μαλλί.
Αποφασίζει να αφήσει πίσω του τη φιλήσυχη κοινότητα του Anteiku και να πάει
στους Aogiri Tree, μια
ομάδα τρομοκρατών ghoul.
Αλλά γιατί; «Θέλω να γίνω δυνατότερος», εκμυστηρεύεται στην Touka. Πώς το κάνει
αυτό; Με το να τρώει συστηματικά άλλα ghoul, παίρνοντας όμως έτσι και τις χειρότερες ορμές τους. Το
αποτέλεσμα είναι φρικιαστικό: το kagune του Kaneki (το επιπλέον όργανο που
αναπτύσσουν τα ghoul για να πολεμάνε) γιγαντώνεται και παίρνει τη μορφή
σαρανταποδαρούσας, και ο ίδιος επιστρέφει νοητικά στον βασανισμό του στο τέλος
της πρώτης σεζόν. Δεν είναι δυνατόν να τα αντέξει όλα αυτά μόνος του. Ο Kaneki μπορεί
να προσπαθεί να θυσιάσει την ανθρωπιά του για να γίνει δυνατότερος, αλλά αφενός αρχικά δεν μπορεί (προσπαθεί να μην σκοτώνει αναίτια ανθρώπους που δεν του επιτίθενται
και δείχνει καλοσύνη σε ένα ghoul που δεν ξέρει να γράφει), αφετέρου δεν είναι αυτή η λύση του
προβλήματος. Αλλά είναι πολύ αργά. Κοντά στο τέλος της σειράς, ο πρωταγωνιστής
μας ορμάει στη τελευταία μάχη χωρίς τη
χαρακτηριστική μάσκα πίσω από την οποία κρυβόταν τόσο καιρό. «Δεν το χρειάζεσαι
αυτό πια», του λέει ο Nishiki, και αυτό είναι αλήθεια. Ο Kaneki έχει γίνει πια
αυτή η μάσκα, και μαζί μια αποδόμηση του παραδοσιακού ήρωα, που πάντα
μπορεί να βρει την φιλειρηνική λύση στα προβλήματα.
Αλλά και η ευρύτερη κοινωνία πλήττεται από τη σύγκρουση των ghoul και
της CCG. Στα τελευταία
επεισόδια, σε εντυπωσιακές μάχες ένας προς έναν ή και σε ομαδικές συγκρούσεις,
οι χαρακτήρες που γνωρίσαμε τόσα επεισόδια σφάζονται ανελέητα. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι η μάχη του Amon με τον Kaneki
στο ενδέκατο επεισόδιο: συγκρούονται με ορμή, αγνοώντας τα συντρίμμια που
πέφτουν τριγύρω τους. Η πόλη κυριολεκτικά καταρρέει μπροστά στα μάτια τους και
αυτοί είναι επικεντρωμένοι ο ένας στον άλλο. Η πόλη γίνεται ένα πεδίο μάχης,
αλλά η εστίαση είναι και πιο προσωπική: το πιο τραγικό θύμα της Μάχης του Anteiku δεν
είναι ghoul ή επιθεωρητής, αλλά ένας απλός άνθρωπος-παρατηρητής, ο Hide. Στο τελευταίο
επεισόδιο, σε ένα θαυμάσιο τρικ, βλέπουμε τον πληγωμένο Kaneki να εξετάζει μια πληγή που αιμορραγεί στο
στομάχι του και αφήνεται να εννοηθεί πως το αίμα του σχηματίζει μια λιμνούλα
στο πάτωμα, ενώ ο Hide προσπαθεί να του πιάσει την κουβέντα και να του φτιάξει το
κέφι με λίγο καφέ. Η κάμερα δείχνει κάθε τόσο την ολοένα και μεγαλύτερη
λιμνούλα, ενώ ο Hide
τριγυρνάει στο άδειο, σκοτεινό καφενείο και μιλάει. Μέχρι που ξαφνικά
συνειδητοποιείς πως το αίμα δεν είναι του Kaneki, αλλά του Hide,
που χτυπήθηκε από σφαίρα μέσα στην αναμπουμπούλα της μάχης και στηριζόταν τόσην
ώρα σε έπιπλα και καθόταν κόντρα στους τοίχους για να μη φανεί η πληγή του. Δεν
έχει σημασία ποιανού είναι το αίμα, στην τελική, το σημαντικό είναι πως δυο
αγόρια αργοπεθαίνουν λόγω μιας έχθρας που δεν ωφελεί κανένα.
Ο Kaneki απέτυχε στην αποστολή του. Δεν καταφέρνει να σώσει το Anteiku και
όλα όσα αυτό αντιπροσωπεύει. Ο ίδιος συμμετείχε στη μάχη, ακόμα και απρόθυμα.
Δεν μπόρεσε να αποδείξει ξεκάθαρα στους εχθρούς του πως τα ghoul δεν είναι
τέρατα (Ίσα ίσα, ο αστυνομικός Amon είναι αυτός που τον βοηθά να συνέλθει στο πέμπτο επεισόδιο της
δεύτερης σεζόν). Δεν κατάφερε καν να σώσει τον κολλητό του. Σε μια συγκλονιστική
σκηνή, ο Kaneki παίρνει τη σωρό του Hide στα χέρια του και περπατάει αργά
ανάμεσα στα στρατεύματα της CCG,
σωρούς και τραυματίες μαζί, στα συντρίμμια και τα χαλάσματα (διόλου τυχαία, το Anteiku έχει
ήδη αρπάξει φωτιά πίσω του), και κατευθύνεται προς τους υψηλά ιστάμενους της
αστυνομίας, κοιτώντας τόσο τον νεκρό φίλο του όσο και το μακελειό. Σταματάει,
αυτοί τον κοιτάνε φοβισμένοι και ένας από αυτούς τον σκοτώνει. (Δεν βλέπουμε
την πράξη αλλά αυτό αφήνεται να εννοηθεί.) Είναι αφύσικο να περιμένουμε τα
προβλήματα γενεών ολόκληρων να λυθούν από ένα και μόνο άτομο, όση καλή θέληση
και να έχει αυτό. Δεν υπάρχουν Εκλεκτοί, ούτε «γέφυρες» ανάμεσα στους κόσμους,
υποστηρίζει η σειρά, παρά μόνο ένα παιδί που έχασε τα πάντα.
Τα πάντα;
Θυμάστε την ατάκα του Hide για το πάθος του Kaneki για το
θέατρο; Ίσως αυτή του η χειρονομία, το αργό βάδισμα και η άβολη εναπόθεση της
σωρού, να ήταν μια ύστατη πράξη καλής θέλησης και συμφιλίωσης. Δεν είναι
ιδιαίτερα αποτελεσματική: τα «κουστούμια» δεν δείχνουν έλεος. Αλλά τουλάχιστον
υπάρχουν θεατές: υπάρχουν οι τυχαίοι τραυματίες-αστυνομικοί, που κοιτάνε με
απορία το αλλόκοτο αυτό ghoul.
Υπάρχει η Touka, που
έτρεξε για να τον συναντήσει αλλά μένει πίσω και τον βλέπει για πρώτη φορά τόσο
σίγουρο για μια απόφαση που πήρε ο ίδιος. Και είμαστε κι εμείς, γιατί σε κάθε
τραγωδία υπάρχει το κοινό που, μόλις τελειώσει η παράσταση, θα ξαναφέρει τα
πάντα στο μυαλό του και θα τα επεξεργαστεί με το πλεονέκτημα του εξωτερικού
παρατηρητή. Ναι, ο Kaneki απέτυχε να φέρει την αλλαγή, αλλά τουλάχιστον, έστω και την
τελευταία στιγμή, κατάφερε να γίνει μια ανάμνηση για τους επόμενους, ένας ήρωας
που μπορεί να εμπνεύσει τις επόμενες γενιές.
Και η Touka
γίνεται αυτή ακριβώς η εξαίρεση στον νιχιλισμό του φινάλε. Στην τελευταία σκηνή
της σειράς τη βλέπουμε λίγο μεγαλύτερη να έχει ανοίξει το δικό της μαγαζί,
ακριβώς όπως έλεγε στη φίλη της πως ήθελε να κάνει (που λέγεται Anteiku:re, άλλο ένα easter egg για
όσους διάβασαν το manga και τη συνέχειά του). Είναι το σύμβολο της νέας γενιάς, που
χώνεψε όσα είχε να της μάθει η εμπειρία της παλαιότερης, και τώρα κάνει τα δικά
της βήματα για ένα καλύτερο μέλλον. Οι επαναστάσεις, εξάλλου, δεν γίνονται στο
άψε σβήσε. Και ναι, είναι δύσκολο να ξεχάσεις τη βία, την πίκρα και τον πόνο
σου. Αλλά στην τελική, είναι πολύ πιο σημαντικό να μείνεις ζωντανός. Να μην
καταφέρει να σε λυγίσει η απελπισία.
Τελικά, αξίζει να δει κανείς το “Tokyo Ghoul”; Αν ρωτάς την υποφαινόμενη,
θα σου ψέλλιζε κάτι που μοιάζει με «ναι» αφότου σκούπιζε τα δάκρυα και τις μύξες
της. Όχι πως η σειρά είναι άψογη. Λόγω του γρήγορου ρυθμού μερικές από τις
υποπλοκές που πετάγονται σαν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας βέβαιο είναι να
ξεχαστούν. (Τα κορίτσια-μισά ghoul, η Shiro και η Kuro, τι να απέγιναν, άραγε; Και τον Ayato, τον αδερφό της Touka, θα ήθελα να τον είχα
δει περισσότερο. Και την Κουκουβάγια, και τον Arima! Και η λίστα θα μπορούσε να
συνεχιστεί.) Επίσης, μερικά επεισόδια θα επωφελούνταν από καλύτερες αξίες
παραγωγής, καθώς το δημιουργικό τιμ ήταν απασχολημένο με τα πιο σημαντικά (δες
τη βουτιά σε ποιότητα του τέταρτου επεισοδίου της δεύτερης σεζόν σε σύγκριση με
το εξαιρετικό πέμπτο). Τέλος, υπάρχουν και οι όποιες ενστάσεις μπορεί να έχει
κανείς με το gore και το shock value.
Αλλά, να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να μην βγάλω το καπέλο σε μια σειρά που
εικονογράφησε με τόσο γλαφυρά χρώματα την αστική παρακμή, τριγύρισε και στις
δύο πλευρές της σύγκρουσης στον πυρήνα της αρνούμενη την απλοϊκή διχοτόμηση Καλού
και Κακού, μου σύστησε ένα καστ που ένιωθα από τα πρώτα τέσσερα επεισόδια σαν
να ξέρω από σεζόν ολάκερες και με έκανε να κλάψω σαν μωρό με το λυπητερό αλλά
όχι κυνικό της τέλος. Το “Tokyo Ghoul”
είναι πολύ περίεργη περίπτωση σειράς, σε σημείο που, κάπου ανάμεσα στο αστείο
και στο σοβαρό, λέω συχνά πως αυτή η σειρά γράφτηκε μόνο για μένα. Έχει τις έντονες
μάχες αλλά και τις εγκυμονούσες σιωπές που θέλω. Καταλαβαίνει την ατμόσφαιρα
της πόλης και είναι μια πετυχημένη urban fantasy ιστορία, ένα από τα αγαπημένα μου
υπο-είδη. Έχει απλό αλλά ζουμερό διάλογο και συνδυάζει θεματικό πλούτο με trashy πρωτογενές
υλικό. Καταπιάνεται με τον αγώνα μιας μειονότητας στην οποία μπορώ να προβάλω
ό,τι ερμηνεία θέλω. Προσεγγίζει τη
θεματική του αναποφάσιστου, οργισμένου ήρωα που τόσο με γοητεύει με τολμηρό τρόπο. Είναι ένα
πολύ περίεργο μείγμα επιρροών και αποτελέσματος, που είναι θαυματουργό και μόνο
που δεν λυγίζει. Οι προτάσεις πάντα είναι περίεργο πράγμα και μπορούν πάντα να
γυρίσουν μπούμερανγκ, αλλά θα σου έλεγα να δοκιμάσεις μια μπουκίτσα, έτσι για
δοκιμή, ακόμα κι συνήθως δεν είναι του γούστου σας. Καλή όρεξη! Αλλιώς,
περί ορέξεως…!








0 comments: